Γέμισε άδειες κούτες το σαλόνι...
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αποφασίσεις να μετακομίσεις.
Είσαι με ενοίκιο κ το θέλει ο σπιτονοικοκύρης για ιδιοκατοίκηση(που να πέσουν οι τοίχοι στο κεφάλι του παναγία μου), θέλεις να βρεις ένα φθηνότερο(πάνε οι καλές εποχές) ,ένα μεγαλύτερο/μικρότερο(πήρες σκύλο ή τον έδιωξες ας πούμε), θέλεις να αλλάξεις περιοχή(βρήκες γκόμενο στα Εξάρχεια ), έχεις κουτσομπόληδες γείτονες(αν έχουν κ κιάλια άστα να πάνε), έχεις μόνο άσχημους γείτονες(γέρους, χοντρούς ή παντρεμένους) ,έχει φασαρία ή πολύ ησυχία… ή απλά ‘’όλα τον θυμίζουν ΄΄…
Όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι μέσα σε εκείνο το δωμάτιο που είχατε πει τα πιο ωραία, μεγάλα λόγια(όχι αληθινά όλα, προφανώς),όταν αγκαλιάζεις το άδειο μαξιλάρι κ μυρίζεις ακόμα το άρωμα του (όχι γιατί δεν έχεις αλλάξει σεντόνια εννοείται),
όταν ξυπνάς ξημερώματα ακούγοντας στη πόρτα να γυρίζουν τα κλειδιά κ σφίγγεται το στομάχι σου 22 κόμπους κ ακούς την καρδιά σου να βαράει ταμπούρλα κρατώντας την ανάσα σου τόση ώρα που θα μπορούσες άνετα να πάρεις πρωτάθλημα στα μακροβούτια, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι…δεν έχει πια κλειδιά…
κ απογοητευμένη κοιτάς την άδεια πλευρά του κρεβατιού σου, αυτή που κάποτε γέμιζε από το κορμί του (ολόκληρη δε την γέμιζε είναι η αλήθεια, είναι κ υπέρδιπλο) .
Κάθε φόρα που γυρνάς στο σπίτι έχεις πάντα την κρυφή ελπίδα ότι θα σε περιμένει απ έξω γιατί ξέρει που είσαι, ξέρει που θα σε βρει…
Χτυπάει το κουδούνι για να σου φέρουν το φαγητό που εσύ έχεις παραγγείλει κ για ακόμη μία φορά πιστεύεις ότι είναι εκείνος κ φυσικά απογοητεύεσαι βλέποντας την μούρη του ντελιβερά ο οποίος εννοείται ότι δε παίρνει ούτε 10 λεπτά tips γιατί σε ξεσήκωσε άδικα.
Κάθεσαι στον καναπέ σου να χαζέψεις τηλεόραση και στις οθόνες του μυαλού σου παίζεται ξανά κ ξανά η πρώτη φορά που ήρθε σε αυτό το σπίτι εκείνος, που σε πήρε αγκαλιά πρώτη φόρα σ αυτό τον καναπέ κ τον ρώτησες πόσο θα μείνει κ τον άκουσες να λέει ΄΄ Μια ζωή είναι αρκετή?΄΄ Τα μεγάλα λόγια δε λέγονται μόνο στις κρεβατοκάμαρες τελικά…
Όταν γυρνάς Σάββατο ξημερώματα στο σπίτι σου, σ αυτό το σπίτι που κάποτε ήταν το καταφύγιο σας, η φωλιά σας που τέτοια μέρα, τέτοιες ώρες γέμιζε με αγάπη, αγκαλιές, φιλιά κ χαζομαλώματα κάποιες φορές αλλά κ αυτά ακόμα από έρωτα περιτριγυρισμένα , τότε είναι που καταλαβαίνεις κ τους άκυρους μέχρι εκείνη τη στιγμή στίχους του Ρέμου ‘’τις άλλες μέρες το καταλαβαίνω ΜΑ ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ΄΄…
Όταν εκείνος δεν είναι πια εδώ μα εσύ τον νιώθεις παντού ,σε κάδε δωμάτιο, σε κάθε γωνιά, όταν όλα στον θυμίζουν… τότε μαζεύεις τα πράγματα σου, κλείνεις την πόρτα πίσω σου κλειδώνοντας τις αναμνήσεις σας σε εκείνους τους τοίχους κ αδειάζεις τις κούτες σε ένα άλλο σαλόνι με μια καινούργια θέα απ το μπαλκόνι…κ ελπίζεις ότι αφού τίποτα δε θα τον θυμίζει πια, θα γίνουν πραγματικότητα κάποτε κ οι υπόλοιποι στίχοι της Αννούλας…
…
Κ.Γ